Η εθνική πολιτική σχετικά με την Ειδική Αγωγή

Η εθνική πολιτική σχετικά με την Ειδική Αγωγή και την συμμετοχική εκπαίδευση στην Ελλάδα

Η εθνική πολιτική σχετικά με την Ειδική Αγωγή και την συμμετοχική εκπαίδευση στην Ελλάδα

Από το ξεκίνημα του 20ου αιώνα έως και τις αρχές της δεκαετίας του '80 η εκπαίδευση των ατόμων με αναπηρία στην Ελλάδα στηρίχτηκε στην ιδιωτική πρωτοβουλία.

Ελέω της απουσίας του ελληνικού κράτους, η ιδιωτική πρωτοβουλία ανέπτυξε μια τακτική «ιδρυματοποίησης» και αποξένωσης των ατόμων με αναπηρία από την εκπαίδευση και την κοινωνία, βασιζόμενη προφανώς στην εμπειρίες που είχαν αποκομίσει διευθυντικά στελέχη των ιδρυμάτων αυτών από ανάλογα ιδρύματα του εξωτερικού.

Το ενδιαφέρον του ελληνικού κράτους για την ανάπτυξη της ειδικής εκπαίδευσης άρχισε να εκδηλώνεται κατά την μεταπολίτευση. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '80 το κράτος είχε την άποψη ότι η ειδική εκπαίδευση αποτελεί ένα ανεξάρτητο αυτοτελές κομμάτι του εκπαιδευτικού συστήματος, βασιζόμενο στις ιδιωτικές εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες που απομάκρυναν τα άτομα με αναπηρία από τον υπόλοιπο μαθητικό πληθυσμό.

Η πρώτη σοβαρή προσπάθεια νομοθέτησης στην Ελλάδα για την εκπαίδευση των ατόμων με αναπηρία, γίνεται το 1981 με τον νόμο 1143 <<περί ειδικής αγωγής, ειδικής επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, απασχόλησης και κοινωνικής μερίμνης των αποκλινόντων εκ του φυσιολογικού και άλλων τινών διατάξεων>>, με τον οποίο σηματοδοτούνται μια σειρά από αλλαγές στη νομοθεσία και την δημόσια διοίκηση για τα άτομα με ειδικές ανάγκες. Ο νόμος αυτός καθορίζει κατ αρχάς ποια είναι τα «αποκλίνοντα εκ του φυσιολογικού άτομα» και θεσπίζει ότι η μορφή της ειδικής αγωγής και της εκπαίδευσης που θα πρέπει να λαμβάνουν τα άτομα αυτά, καθορίζεται με βάση την αναπηρία τους. Καθορίζει επίσης τα σχολεία φοίτησης, όπου αναφέρεται και η δημιουργία παραλλήλων τάξεων εκπαίδευσης εντός των κανονικών σχολείων καθώς και η κατ οίκον εκπαίδευση για τα άτομα που δεν έχουν την δυνατότητα να φοιτήσουν σε κάποιο σχολείο με τη ταυτόχρονη εκπαίδευση της οικογένειάς τους. Θεσπίζει επίσης ποια θα πρέπει να είναι τα προσόντα των εκπαιδευτικών που θα επανδρώνουν τα τμήματα της ειδικής αγωγής και τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούν να επιμορφωθούν περεταίρω. Ιδρύεται ακόμα, υπό του υπουργείου παιδείας και θρησκευμάτων, το συντονιστικό και γνωμοδοτικό συμβούλιο ειδικής αγωγής και εντός της ΣΕΛΕΤΕ, η Ανωτέρα Σχολή Βοηθών Παιδαγωγών διετούς φοίτησης, ενώ δίνει την δυνατότητα σε ιδιωτικά εκπαιδευτήρια ειδικής αγωγής να γίνουν δημόσια.

Με το προεδρικό διάταγμα 603/82 ένα χρόνο μετά θεσπίζονται οι τύποι των μονάδων ειδικής αγωγής ανάλογα με την εκάστοτε αναπηρία και γίνεται σαφής η λειτουργία ειδικών τάξεων ή ειδικών τμημάτων ειδικής αγωγής μέσα στα κανονικά σχολεία.

Το 1985 με τον νόμο 1566/85 γίνεται πρώτη φορά αναφορά στην αποτελεσματική αξιοποίηση των δυνατοτήτων και ικανοτήτων των ατόμων με αναπηρία. Επανακαθορίζεται πάλι, ποια άτομα θεωρούνται με ειδικές ανάγκες , τα πλαίσια τα οποία παρέχουν εκπαίδευση στα άτομα αυτά, ενώ γίνεται ξεκάθαρη αναφορά στον τρόπο ένταξης σε κανονικό σχολείο και στους τρόπους διαγνωστικής εξέτασης. Με τον ίδιο νόμο θεσπίζεται η κατάργηση του Κέντρου Εκπαιδεύσεως Μελετών και Επιμόρφωσης και επανιδρύεται το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο και καθορίζονται η μορφή και οι ιδιότητες του.

Το 1991 ιδρύεται και ξεκινά η λειτουργία της Τεχνικής Επαγγελματικής Σχολής Ειδικής Αγωγής Κωφών και Βαρήκοων στην Θεσσαλονίκη.
Στην συνέχεα, το 1996 με το Προεδρικό Διάταγμα 301 παρουσιάζεται το αναλυτικό πρόγραμμα ειδικής αγωγής με σκοπό την ανάπτυξη των σωματικών , νοητικών και συναισθηματικών δυνατοτήτων των παιδιών με αναπηρία , η οποία θα τους επιτρέψει να ενταθούν ισότιμα στο σχολικό και κοινωνικό περιβάλλον.

Πολύ σημαντικό βήμα για την βελτίωση της ποιότητας της ειδικής εκπαίδευσης αποτέλεσε το 2000, η δημιουργία των Κέντρων Διάγνωσης Αξιολόγησης και Υποστήριξης ατόμων με ειδικές ανάγκες (Κ.Δ.Α.Υ.), σε διάφορους νομούς της Ελλάδος. Βασικές αρμοδιότητες των Κ.Δ.Α.Υ είναι: η διερεύνηση του είδους και του βαθμού εκπαιδευτικών δυσκολιών των μαθητών με αναπηρία, ο καθορισμός της ένταξης στην κατάλληλη σχολική μονάδα, η παρακολούθηση και η αξιολόγηση της εκπαιδευτικής πορείας των μαθητών, η εισήγηση προσαρμοσμένων εκπαιδευτικών μέτρων, η παροχή ειδικευμένης συμβουλευτικής κατάρτισης σε όλους τους συμμετέχοντες στην εκπαίδευση μαθητών με αναπηρία, η επιλογή των τεχνικών βοηθημάτων που θα βελτιώσει την απόδοση του μαθητή στην εκπαίδευση, η βελτίωση της προσβασιμότητας και η επιλογή του τρόπου των εξετάσεων.

Το 2002 σε συνεχεία του νομού 2817/2000, με υπουργική απόφαση καθορίζονται οι προϋποθέσεις , η διαδικασία, ο τρόπος αξιολόγησης και παροχής της κατ οίκον εκπαίδευσης.
Το 2008 με τον νόμο 3699/08 αντικαθίσταται ο όρος <<ειδική αγωγή>> με τον όρο «ειδική αγωγή και εκπαίδευση» και το κράτος δεσμεύεται στην παροχή μιας διαρκούς αναβαθμισμένης δωρεάν εκπαίδευσης στα άτομα με αναπηρία. Στον νόμο αυτό καθορίζονται ως φορείς αξιολόγησης και υποστήριξης των μαθητών, τα ( μετονομαζόμενα από ΚΔΑΥ) Κέντρα Διαφοροδιάγνωσης και Υποστήριξης (ΚΕ.ΔΔ.Υ.), η Ειδική Διαγνωστική Επιτροπή Αξιολόγησης (ΕΔΕΑ) και τα πιστοποιημένα από το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Ιατροπαιδαγωγικά Κέντρα (ΙΠΔ) άλλων Υπουργείων. Επίσης γίνεται αναλυτική αναφορά στα πλαίσια που μπορούν να φοιτούν οι μαθητές με αναπηρία.

Συγκεκριμένα, δίνεται έμφαση και καθορίζεται ο τρόπος ένταξης των μαθητών με βάση την αναπηρία και τις ιδιαιτερότητες του καθενός σε κανονικά σχολεία, ενώ γίνεται εκτενής αναφορά στον θεσμό της παράλληλης στήριξης και τους κανόνες που την διέπουν. Επίσης η γραφή Braille αναγνωρίζεται ως επίσημη γραφή των τυφλών μαθητών και η Ελληνική νοηματική γλώσσα ως πρώτη γλώσσα των κωφών και βαρήκοων μαθητών. Προστίθενται ακόμη, νέοι κλάδοι εκπαιδευτικών (νηπιαγωγών, δάσκαλων ,γυμναστών κ.α.) ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης και καθορίζονται τα τυπικά προσόντα αυτών.

Τον Απρίλιο του 2012 τέλος, κυρώνεται από την Ελληνική βουλή η σύμβαση του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία και το προαιρετικό πρωτόκολλό της.

Παρότι όμως στην χώρα μας, έγιναν πολλά και σημαντικά βήματα ως προς την σωστή κατεύθυνση, η εφαρμογή της ένταξης δεν συνοδεύτηκε με μεγάλη επιτυχία, λόγω της ανεπάρκειας των ειδικών παιδαγωγικών υποδομών, της έλλειψης ειδικευμένου εκπαιδευτικού προσωπικού και της μη διάθεσης οικονομικών πόρων για την κάλυψη του εγχειρήματος. Αυτό συνέβη γιατί η θεσμοθέτηση της ενταξιακής πρακτικής δεν ακολουθήθηκε από την χάραξη μιας καινούργιας κοινωνικής πολιτικής που θα στόχευε στη αποδοχή των ιδιαίτερων αναγκών του κάθε ατόμου, στην επιστημονική κατάρτιση των εκπαιδευτικών σχετικά με θέματα ΑμεΑ, στην δημιουργία νέων εκπαιδευτικών προγραμμάτων και στην χωροταξική διαμόρφωση του σχολικού περιβάλλοντος. Το επόμενο βήμα λοιπόν θα πρέπει να είναι ο σχεδιασμός ενός επιτυχημένου προγράμματος ένταξης και εκπαίδευσης με σύνεση, εξονυχιστικό έλεγχο όλων των παραμέτρων και αναζήτηση προηγούμενης εμπειρίας ευρωπαϊκών χωρών.

 

Νίκος Πολύζος

Φυσικοθεραπευτής, MA, Bobath-NDT

 

Πηγή:

https://www.ivfforums.gr/kids-manual/special-kids/item/790-i-ethniki-politiki-sxetika-me-tin-eidiki-agogi-kai-tin-symmetoxiki-ekpaidefsi-stin-ellada