Εγκεφαλική Παράλυση

Εγκεφαλική Παράλυση

  Η Εγκεφαλική Παράλυση ή νόσος του Little, είναι μια μη εξελισσόμενη πάθηση του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος και οφείλεται σε βλάβη ή ατελή ανάπτυξη περιοχών αυτού. Η νόσος περιγράφηκε για πρώτη φορά από τον Άγγλο χειρουργό William Little το έτος 1860.  Είναι η πιο περίπλοκη  και πιο συχνή νευρολογική διαταραχή. Η βλάβη μπορεί να συμβεί  κατά την κύηση,  κατά τη διάρκεια του τοκετού, ή αμέσως μετά τον τοκετό  και παράγει κινητικές, καθώς και πιθανές αισθητηριακές βλάβες , που συνήθως παρουσιάζονται στη νεογνική ηλικία. Η συχνότητα εμφάνισής της υπολογίζεται μεταξύ 1,5 και 2,5 παιδιών, ανά 1.000 γεννήσεις. Τα παιδιά με ΕΠ παρουσιάζουν αποκλίσεις από το φυσιολογικό ρυθμό ανάπτυξης, με κύριο χαρακτηριστικό την διαταραχή της εκούσιας κινητικής λειτουργίας, σε συνδυασμό με την παρουσία συνοδών νευροαναπτυξιακών προβλημάτων.

 

 

 

Μορφές  ΕΠ  (Ανάλογα με το

που εστιάζεται η βλάβη

στον εγκέφαλο):

Διαχωρισμός ΕΠ (σύμφωνα

με την κατανομή της βλάβης

στο ανθρώπινο σώμα):

  • Σπαστική
  • Δυστονική
  • Αταξική
  • Δυσκαμπτική
  • Υποτονική
  • Μεικτές μορφές
  • Μονοπληγία
  • Ημιπληγία
  • Διπληγία
  • Τριπληγία
  • Τετραπληγία

 

Κοινό χαρακτηριστικό της κλινικής εικόνας των ατόμων με ΕΠ, ανεξάρτητα από το που εστιάζεται η βλάβη στον εγκέφαλο, είναι η διαταραχή του μυϊκού τόνου (υπερτονία, υποτονία, δυστονία), ο οποίος επηρεάζει τη θέση, τη στάση και την κίνηση, με συνέπεια  την απώλεια του κινητικού ελέγχου και την εμφάνιση σωματικών παραμορφώσεων, όπως  η μετατόπιση της κεφαλής του ισχίου, η σκολίωση κ.α.

     Εκτός απο τις κινητικές διαταραχές τα παιδιά με ΕΠ εμφανίζουν πολύ συχνά συνοδές διαταραχές όπως: διαταραχές όρασης και ακοής, επιληψία, νοητική υστέρηση, διαταραχές λόγου - οµιλίας, μαθησιακά προβλήματα, ψυχολογικά - ψυχιατρικά προβλήματα και αισθητηριακές διαταραχές.

Οι διαταραχές όρασης (μυωπία, η υπερμετρωπία και ο αστιγματικός) παρουσιάζονται σε υψηλή συχνότητα (30-75%) σε παιδιά µε Ε.Π. Επίσης, οι  διαταραχές ακοής  παρουσιάζονται με συχνότητα  15% , με μεγαλύτερη συχνότητα στην αθετωσική µορφή.  Στα παδιά με Ε.Π. παρατηρείται γενικευμένη  χρονολογική καθυστέρηση στην ανάπτυξη του λόγου και της ομιλίας.  Η διαδικασία  της νοητικής εξέλιξης καθυστερεί πολλές φορές και δεν έχουµε την  ίδια  ωρίμανση  στα  χρονικά  όρια  που  καθορίζονται  στα  φυσιολογικά παιδιά. Τα ποσοστά της νοητικής υστέρησης είναι αρκετά υψηλά (30%-50%). Η  εκτίμηση  του  νοητικού  δυναμικού  πολλές  φορές  είναι  ιδιαίτερα  δύσκολη λόγω  της  βεβαρημένης    κινητικής  κατάστασης  και  των  σοβαρών  προβλημάτων επικοινωνίας  που µπορεί  να  συνυπάρχουν.  Γίνεται έτσι εύκολα αντιληπτό πόσο σημαντική  είναι  η  εκτίµηση  του  νοητικού  επιπέδου  για  τον  καθορισµό  των στόχων  του  θεραπευτικού  προγράμματος  και  πολύ  περισσότερο  για  την ένταξη στο κατάλληλο εκπαιδευτικό πλαίσιο. Είναι  όµως  απαραίτητο  να  λαµβάνεται  πάντοτε  υπ’  όψη  το  κοινωνικό περιβάλλον  που μεγαλώνει  το  παιδί,  γιατί µπορεί  να  υπάρχει περιβαλλοντολογική  στέρηση.  Ο  καθορισµός  του  νοητικού  δυναµικού  είναι έργο  του  υπεύθυνου  ψυχολόγου  που  πρέπει  να  στελεχώνει  κάθε  κέντρο αποκατάστασης και ειδικό σχολείο. Επιπλέον, τα   παιδία µε  Ε.Π.  πολύ συχνά παρουσιάζουν διαταραχές  στη µνήµη  και  την σκέψη, υπερκινητικότητα, επιθετικότητα, διαταραχές στο λόγο και  την οµιλία, ειδικές µμαθησιακές διαταραχές  στην  ανάγνωση,  την  ορθογραφία  και  την αριθμητική.  Είναι  προβλήματα  γίνονται  αντιληπτά  στην προσχολική ή σχολική ηλικία, µε αποτέλεσµα την  καθυστερημένη  εφαρμογή κατάλληλου  προγράμματος  περιορισµού  των  συγκεκριμένων µμαθησιακών ελλειμμάτων. Είναι χαρακτηριστική η δυσκολία που παρουσιάζουν  τα παιδιά µε ΕΠ. στην εκμάθηση  των µαθηµατικών  εννοιών,  κάτι που  καταγράφεται  συχνότατα  και στην ημιπληγική µορφή της Ε.Π.  Οι ψυχικές διαταραχές  τέλος, σε παιδιά µε Ε.Π. είναι συνήθως  δευτεροπαθείς λόγω της  κινητικής  αναπηρίας  και  αφορούν  την  προσωπικότητα  και  την προσαρµογή. 

 

                Νίκος Πολύζος,

Φυσικοθεραπευτής, MA, Bobath - NDT

 

Πηγές:

Bax, M., Goldstein, M., Rosenbaum, P., Leviton, A., Peneth, N. 2005. Proposed definition and classification of cerebral palsy. Developmental Medicine and Child Neuroly, 47, pp.  571-576

Campbell, S.1997. Therapy programs for children that last a lifetime. Physical and Occupational Therapy 7. pp.1-15

Pountney, T. 2007. Physiotherapy for Children. 1st ed., Oxford: Butterworth Heinemann Elsevier.

Minear W.L. 1956. A classification of Cerebral Palsy. Pediatrics, 18( 5) pp.841-852.

Levitt, S. 2001. Θεραπεία της εγκεφαλικής παράλυσης και της κινητικής καθυστέρησης. Αθήνα: Εκδόσεις Παρισιάνου.